Ο Φρίντριχ Νίτσε και η «αιώνια επιστροφή»

Από Κοραλία Ξεπαπαδέα 10 Νοεμβρίου 2018

Ό,τι υπήρξε είναι αιώνιο. Η θάλασσα το ξεβράζει στην ακτή.

Ο Νίτσε είναι ίσως η μεγαλύτερη και «οξύτερη» διάνοια στην ιστορία της φιλοσοφίας. Αν κάποιος ανακήρυξε πρώτος το «Θάνατο του Θεού», αυτός ήταν ο Νίτσε, και παρά το αντιδιαφωτιστικό του μένος, ο ίδιος υπήρξε ο αυστηρότερος κριτής των θρησκευτικών ιδεών, παρότι ο πατέρας του ήταν λουθηρανός πάστορας.

Μίσησε βαθιά τις προθέσεις της εκκλησίας, η οποία ανέκαθεν εκμεταλλευόταν, μέσω των θρησκευτικών ιδεών, την ανάγκη των ανθρώπων να δίνουν νόημα και ουσία στη ζωή τους.

Ο «αμοραλιστής άγιος», όπως τον έχουν ονομάσει, αμφισβήτησε ριζικά κάθε παραδεδεγμένη ηθική αλήθεια («Η ηθική είναι ένας αποτελεσματικός μηχανισμός για να σέρνεις την ανθρωπότητα απ’ τη μύτη») αλλά και την αντικειμενικότητα της αλήθειας, πράγμα που οδήγησε σε αμέτρητες πνευματικές διαμάχες.

Παρότι φιλόλογος στο επάγγελμα, δε δίστασε να εκφράζεται, με υπερβολική καυστικότητα, για την υποκρισία των διανοουμένων και γενικά των ανθρώπων, που υπηρετούσαν τον ακαδημαϊκό δρόμο με συμβατική ευλάβεια και πνευματική «στενότητα».

Λάτρευε τις όπερες του Βάγκνερ και όμως, μόλις οι συνθέσεις του άρχισαν να μετατρέπονται σε ναζιστικό ύμνο, ο Νίτσε έζησε μια απ’ τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις, γυρνώντας του την πλάτη μια για πάντα («Το να γυρίσω την πλάτη μου στον Βάγκνερ ήταν για μένα πεπρωμένο· το να μ’ αρέσει κάτι μετά αυτόν, νίκη. Κανένας ίσως δεν παραμεγάλωσε τόσο επικίνδυνα με την βαγκνερίτιδα· κανένας δεν αμύνθηκε πιο σκληρά εναντίον της, κανένας δεν χάρηκε τόσο πολύ που την ξεφορτώθηκε. Μεγάλη ιστορία!»)

Ο ποιητής, συνθέτης, ελεύθερος στοχαστής, υπαρξιστής απο τους πρώτους, Φρίντριχ Νίτσε, ήταν ένας άνθρωπος με εξαιρετικά ευαίσθητο πνεύμα, παρ ‘όλη την προσπάθεια που έκανε για να το μετριάσει, προκειμένου να μην τον «καταπιεί» η μικρότητα και η αδικία του κόσμου: Ο Νίτσε που μας συμβούλευε τόσο αυστηρά να μην λυπόμαστε τους ανθρώπους, να μην οικτίρουμε όσους υποφέρουν και πεινάνε και βασανίζονται απ’ τη ζωή, ήταν ο ίδιος ακριβώς άνθρωπος που ΚΑΤΈΡΡΕΥΣΕ κυριολεκτικά πάνω σε μια γέφυρα, όταν είδε το απάνθρωπο θέαμα ενός οδηγού άμαξας να μαστιγώνει αλύπητα το άλογό του. Έτρεξε κοντά στο άλογο, το αγκάλιασε και έπεσε στο πάτωμα, σχεδόν λιπόθυμος, ξεσπώντας σε αναφιλητά.

Τα έργα του, όπως αυτό του Ζαρατούστρα, έχουν γράψει ιστορία για την πρωτοτυπία και το βάθος της φιλοσοφικής τους σύλληψης, αλλά και για τη λαμπρότητα με την οποία χειρίστηκε τη γερμανική γλώσσα σε πεζό λόγο (Ο ίδιος παρόλα αυτά απεχθανόταν βαθιά τη νοοτροπία των Γερμανών και αντιθέτως ο μόνος λαός που πραγματικά εκτίμησε, πέρα απ’ τους Έλληνες, ήταν οι Γάλλοι).

Ο Νίτσε, όπως και ο Μαρξ και ο Φρόιντ, έχουν υπάρξει πνευματικές φιγούρες, που ήταν πολύ «στη μόδα» να διαβάζει κανείς, ιδιαίτερα τις δεκαετίες ’60 και ’70, όπου τα νεανικά κοινωνικά κινήματα «σφυρηλατήθηκαν» σε μεγάλο βαθμό απ’ το ιδίωμα των στοχαστών αυτών.

Ο Νίτσε είναι ουσιαστικά ο πρώτος θεωρητικός στοχαστής της «αποδόμησης», που με το κεφαλαιώδες φιλοσοφικό του έργο επέδρασε στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας, όπως κανένας άλλος στοχαστής της γενιάς του, ωστόσο, το έργο του δεν ήταν επιδραστικό μόνο στη φιλοσοφία: Η ιστορία της θεολογίας, της ψυχολογίας και της κοινωνικής επιστήμης του 20ου αιώνα δε θα νοούνται, χωρίς την τεράστια συμβολή της σκέψης του. Πολλά, για παράδειγμα, είναι αυτά που του οφείλει το έργο των Γερμανών φιλοσόφων Καρλ Γιάσπερς και Μάρτιν Χάιντεγκερ, καθώς και εκείνο των Γάλλων φιλοσόφων, όπως των Αλμπέρ Καμύ, Ζακ Ντεριντά και Μισέλ Φουκώ.

Ο Νίτσε ήταν ένας «απόβλητος» του Διαφωτισμού, ένας απο τους πιο κριτικά σκεπτόμενους στοχαστές σε ζητήματα πολιτισμού και κυριαρχίας του «ορθού λόγου», ο οποίος έδειξε την κλίση του στους αφορισμούς, τον μεταφορικό τρόπο γραφή («Από τότε που κουράστηκα να ψάχνω έμαθα να βρίσκω. Απ’ όταν ένας άνεμος μου εναντιώθηκε, ταξιδεύω με όλους τους ανέμους») και τη χωρίς όρια ειρωνεία του, που προσδίδει ένα ύφος μεγαλομανίας στο λόγο του («Ο Ιησούς πέθανε πολύ νωρίς. Αν είχε ζήσει μέχρι την ηλικία μου, θα είχε αποκηρύξει ολόκληρη τη διδασκαλία του»).

Υπήρξε ένας σωματικά και ψυχικά πληγωμένος άνθρωπος, πράγμα στο οποίο συνέβαλλε σε μεγάλο βαθμό το οικογενειακό του περιβάλλον. Η αδερφή του, την οποία ο ίδιος αποκαλούσε, ως «αντισημίτισσα κότα», ήταν πράγματι φανατική οπαδός της ιδεολογίας της «ανώτερης φυλής» και η οποία μετέτρεψε το σπίτι του σε Μαυσωλείο Ναζισμού, καταφέρνοντας, όχι απλά να χειραγωγήσει το φιλοσοφικό του έργο του, αλλά να το παραδώσει στους Ναζί, οι οποίοι το ιδιοποιήθηκαν.

Γι’ αυτό το λόγο, δυστυχώς η περίπτωση του Νίτσε συναντά τη μεγαλύτερη φιλοσοφική παρερμηνεία που έχει συμβεί ποτέ, ως υποτιθέμενος φιλόσοφος και εκφραστής του Γ’ Ράιχ, αφού μέχρι και ο Χίτλερ διάβαζε τον «Υπεράνθρωπο» και τον ερμήνευε ως τον «ανώτερο», τον «άριο» άνθρωπο. Η αλήθεια είναι όμως ότι η «θέληση της δύναμης» του Νίτσε, δεν είναι θέληση για «δύναμη», ως θέληση για «εξουσία», αλλά θέληση για δύναμη, όπου δύναμη = ζωή. Δηλαδή, το να θέλει κανείς να μπορεί, το να θέλει να ζήσει, το να ξεπερνάει τον εαυτό του, να γίνεται «υπεράνθρωπος», βγάζοντας απο μέσα του το «σκουλήκι», σταματώντας μια και καλή να «σέρνεται» στην αθλιότητα των ψευδαιπίγραφων πραγμάτων και αξιών.

Αρκετοί, λοιπόν, μελετητές του έργου του επεδίωξαν απο το 1850 να αναστρέψουν τις ιδέες του και να τις μετατρέψουν σε αμφιλεγόμενη πολιτική συζήτηση, πράγμα που εξακολουθεί να συμβαίνει μέχρι και σήμερα, διότι δυστυχώς πολλοί αναγνώστες του, δεν κατάφεραν να τον καταλάβουν.

Και είναι εν μέρει δικαιολογημένο, γιατί, αυτό που συμβαίνει συνήθως στην ανάγνωση φιλοσοφίας, όταν υπάρχουν τόσο μεγάλα και βαρύγδουπα νοήματα, όπως αυτά που πραγματεύεται ο Νίτσε, είναι να «τσαλαβουτάμε» στα αποφθέγματα με πρόχειρο τρόπο και να αδυνατούμε να εντρυφήσουμε σε βαθύτερα νοήματα και ιδέες ενός έργου.

Επειδή για τον συγκεκριμένο φιλόσοφο μπορούν να ειπωθούν άπειρα πράγματα, δεν προλαβαίνω να αναφερθώ στο μηδενισμό και τον υπεράνθρωπο του Νίτσε, όμως θα στρέψω την προσοχή στη θεωρία της «αέναης επανάληψης», μια θεωρία που συνιστά πραγματική «πνευματική επανάσταση» για τη σύγχρονη φιλοσοφία.

Επιγραμματικά, ο ευρωπαϊκός νιχιλισμός στη θεωρία του Νίτσε αφορά την πτώση όλων των αξιών και τον επαναπροσδιορισμό τους, προκειμένου να απαλλαγούμε απ’ την κυριαρχία της θρησκείας και των παραπλανητικών ιδεολογιών, αλλά και απ΄την παντοδυναμία του προσωπικού και κοινωνικού μας μαρτυρίου, που προκύπτει απ’ τις αξίες της ακατάπαυστης, μηχανικής εργασίας, της επιβεβλημένης σχόλης και του ζωώδους ηδονισμού. (Εξ’ου το «αμοραλιστής άγιος»).

Με μια πιο βαθιά εκτίμηση του μηδενισμού, πρέπει να πούμε πως σε αυτόν ανήκουν όλες οι φιλοσοφικές ιδέες που υποστηρίζουν ότι «τίποτα δεν αξίζει» και πως η ζωή είναι ένας κύκλος δίχως νόημα, όπου η μοίρα των πραγμάτων είναι «κανονισμένη» και συνοψίζεται στο τρίπτυχο: «επιθυμία-κορεσμός-πλήξη», όπως έλεγε, για παράδειγμα, ο Γερμανός φιλόσοφος, Άρθουρ Σοπενχάουερ, ότι όλα κανονίζονται απο μια ανώτερη «θέληση» που θα είναι για πάντα άγνωστη στον άνθρωπο.

Τι είναι όμως η «αέναη επιστροφή» στη θεωρία του Νίτσε;

Η ιδέα της αιώνιας επιστροφής, της ατέρμονης επανάληψης αποτελεί την κεντρική σύλληψη στο έργο «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» , όπου τίθεται απ’ το φιλόσοφο το εξής ερώτημα: «Πόσο θα ήταν διατεθειμένος ένας άνθρωπος, απέναντι στον εαυτό του και στη ζωή, να μην επιθυμεί διακαώς τίποτε άλλο παρά την απεριόριστη επιστροφή, χωρίς μεταβολές, του κάθε ενός λεπτού;».

Η «αιώνια επιστροφή» είναι μια μυστηριώδης και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιδέα, που έφερε πολλούς φιλοσόφους σε δύσκολη θέση: σκέψου δηλαδή ότι μια μέρα όλα πρόκειται να επαναληφθούν, όπως ακριβώς τα έχεις ήδη ζήσει, και ότι ακόμα και η επανάληψη αυτή, θα επαναλαμβάνεται ασταμάτητα στην αιωνιότητα! Ό, τι ένιωσες, ό,τι σε προβλημάτισε, η παραμικρή σου ντροπή, το κλάμα σου, οι μικρές στιγμές ευτυχίας σου, η γέννησή σου, η μέθη σου, οι ενοχές σου, το πρώτο σου φιλί, η απογοήτευσή σου απο τους γύρω σου, ΌΛΑ θα επαναλαμβάνονται στην αιωνιότητα με τον ίδιο ρυθμό, με την ίδια συχνότητα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Τι θέλει να μας πει αυτός ο αλλόκοτος μύθος;

Στην «αιώνια επιστροφή», ο Νίτσε αναδεικνύει τη σημασία του «είναι του γίγνεσθαι» και της κυκλικής του αναγκαιότητας. Ο κόσμος του Νίτσε μπορεί να θεωρηθεί, ως ένα «αντίγραφο», ως ένα «ομοίωμα» που αναπαράγεται στο διηνεκές («Επειδή σε κάθε στιγμή είναι επανάληψη, ομοίωμα πραγμάτων που συνέβησαν ήδη απεριόριστες φορές»). Ή όπως αναφέρει κάπου αλλού: «Εάν το σύμπαν είχε μια θέση ισορροπίας, εάν το γίγνεσθαι είχε κάποιο σκοπό ή μια τελική κατάσταση, θα τα είχε ήδη πετύχει»

Ο μύθος της αιώνιας επιστροφής μας λέει, αρνητικά, ότι η ζωή που θα εξαφανιστεί μια για πάντα μετά το θάνατό μας (Αφού, ζωή υπάρχει μόνο απ’ τη στιγμή που υπάρχουμε εμείς, για να την αντιλαμβανόμαστε και να τη βιώνουμε ως τέτοια) και δεν θα ξανάρθει, μοιάζει με σκιά, που δεν έχει βάρος, κι ότι, όσο φρικαλέα, όσο ωραία και παράδοξη κι αν είναι αυτή η ομορφιά, αυτή η φρίκη και αυτή η γοητεία δεν έχουν κανένα απολύτως νόημα.

Μπορούμε να συγκρατήσουμε κάτι απλό και εύληπτο απ’ αυτήν την τόσο «ανατριχιαστική» όσο και προβληματική θεωρία αυτού του βαθυστόχαστου φιλοσόφου;

Μπορούμε να συγκρατήσουμε το εξής: Ας το δούμε σαν μια ζωογόνο θεώρηση πάνω στη ζωή, το θάνατο και την αιωνιότητα, η οποία μας λέει κάτι απλό: Ζήσε τη ζωή σου με έναν τρόπο, ώστε όταν την αναπολείς, όταν κοιτάς πίσω στο χρόνο, όταν αναστοχάζεσαι, όταν κοιτάς απο απόσταση τη ζωή που δημιούργησες και τις επιλογές που έκανες, να μπορείς με σιγουριά να πεις ότι άξιζε να τη ζήσεις αυτή τη ζωή… και ότι θα αντέχεις να τη ζεις ξανά και ξανά και ξανά στον ατέρμονο αυτό κύκλο που λέγεται αιωνιότητα.

Δες κι αυτό: 10 ποιήματα που θα σε κάνουν να ΛΑΤΡΕΨΕΙΣ την ποίηση!

ΕΙΣΑΙ ΜΕΣΑ ΓΙΑ ΤΑ ΝΕΑ ΚΟΝΤΟΠΑΚ VIBER ΣΤΙΚΕΡΣ; ΝΤΑΟΥΝΛΟΟΥΝΤ ΛΕΜΕ ΕΔΩ --> https://vb.me/fac486