Έρμαν Έσσε: Ο συγγραφέας που μίλησε για την «ενηλικίωση» όπως κανείς άλλος

Από Κοραλία Ξεπαπαδέα 26 Ιανουαρίου 2019

Δύο αποσπάσματα του Γερμανού λογοτέχνη πάνω στην "ουσιαστική" ενηλικίωση: Την κυριολεκτική και μεταφορική ενηλικίωση, απ' την οποία ποτέ και κανείς δεν κατάφερε να ξεφύγει.

Όταν συζητάμε για ανθρώπους του πνεύματος και της λογοτεχνίας συνήθως αναφερόμαστε στο κοινωνικό-οικονομικό τους background, στο σταθερό τους επάγγελμα (Αν αυτό υπάρχει ή υπήρξε), στο ψυχολογικό τους υπόβαθρο και στο πολιτικό τους φρόνημα, άλλοτε πιο παθιασμένο, άλλοτε όχι τόσο.

Χωρίς να επιδοθούμε σε βιογραφικό «παραλήρημα» για το νεανικό και εκπαιδευτικό στάδιο της ζωής του Έρμαν Έσσε, αξίζει, ωστόσο, να πούμε το εξής: Ο Έσσε έπασχε από κατάθλιψη, ναι, όπως οι περισσότεροι συγγραφείς, λογοτέχνες, ποιητές και φιλόσοφοι κάθε ιστορικής περιόδου και εποχής.

Ο Έσσε ήταν ένας Γερμανός λογοτέχνης που γεννήθηκε στη Νυρεμβέργη το 1877, έζησε μέχρι το 1962 και έγραψε μια σειρά εξαιρετικών διηγημάτων, όπως το «Σιντάρτα», το «Λύκο της Στέπας», τον «Ντέμιαν», τον βραβευμένο με Νόμπελ λογοτεχνίας «Νάρκισσος και Χρυσόστομος».

Η επαφή του διάσημου συγγραφέα Έσσε με τη λογοτεχνία ξεκίνησε κυρίως ως προσπάθεια λύτρωσης και διεξόδου απ’ τα ψυχικά προβλήματα. Ο Έρμαν Έσσε, «ταχυδακτυλουργός» της λογοτεχνίας, όπως τον χαρακτήρισε η Μαρίνα Παξινού στη δεύτερη έκδοση του «Σιντάρτα», δούλεψε επίσης ως βιβλιοπώλης, πράγμα που του έδωσε την ευκαιρία να μελετήσει πολλές επιστήμες, ενώ στη συνέχεια ειδικεύτηκε στη νομική επιστήμη, τη φιλοσοφία και τη θεολογία. Μέρος των πνευματικών του αναζητήσεων και βασικές του πηγές έμπνευσης υπήρξαν τα έργα των Νίτσε, Γκαίτε, Σίλερ, αλλά και η ελληνική μυθολογία.

Πολλά βιβλία του είναι εμφανώς επηρεασμένα απ’ την ψυχαναλυτική μέθοδο του Καρλ Γιουνγκ, σε συνδυασμό με την έλξη που του άσκησε επίσης ο μυστικισμός των ανατολικών θρησκειών και φιλοσοφιών, πράγμα που τον ανέδειξε σε πνευματικό «γκουρού» της μποέμ νεολαίας του ’60, μετρώντας περισσότερους αναγνώστες από ότι ο Βούδας ή ο Άλαν Γουάτς.

Στα έργα του βλέπει κανείς το ίδιο το ασυνείδητο να παίρνει τη μορφή των κεντρικών του χαρακτήρων, όλοι τους βρισκόμενοι σε μια πυρετώδη αναζήτηση εσωτερικής αλήθειας, μια αναζήτηση για αλήθεια που «έκαιγε» μέσα στον ίδιο τον Έσσε καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου του.

Το ύφος του είναι πρωτόγνωρα άμεσο, βαθύ και ουσιαστικά διεισδυτικό, κοιτάει μέσα στην ψυχή του αναγνώστη και εκφράζει άπταιστα κάθε άνθρωπο που αγωνιεί ολόψυχα να χτίσει έναν αρμονικό εσωτερικό εαυτό.

Παραθέτω ένα σχόλιο του Κουρτ Τουχόλσκι, που δε θα μπορούσε να περιγράψει πιο αντιπροσωπευτικά τη λογοτεχνική δεινότητα του Έρμαν Έσσε:

«Έχει τη δυνατότητα να επιτυγχάνει κάτι μοναδικό: δεν καταγράφει απλώς μια καλοκαιρινή βραδιά, ένα απολαυστικό μπάνιο στη θάλασσα ή τη σωματική κούραση μετά από πολύωρη και κοπιαστική δουλειά – αυτό το κάνουν κι άλλοι. Εκείνος έχει τη δυνατότητα να μας κάνει να αισθανθούμε, στην ψυχή και το σώμα μας, τη δροσιά της εσπέρας, την επαφή με το νερό, την κούραση που απλώνεται στα μέλη.»

Υπάρχει μια διαχρονική σχέση αγάπης ανάμεσα στα έργα του Έρμαν Έσσε και το ελληνικό κοινό, πράγμα που αποδεικνύει η εμπορική του απήχηση με τις σταθερές πωλήσεις βιβλίων του στη χώρα μας.

Αν υπάρχει όμως ένα και μοναδικό πράγμα που διαφοροποιεί τον Έσσε από κάθε συγγραφέα της γενιάς του, αλλά και γενικά, είναι ο απίστευτα διαπεραστικός και (τόσο όσο) κυνικός τρόπος, με τον οποίο περιέγραψε την ενηλικίωση: Την πιο βαθιά υπαρξιακή και επίπονη φάση στη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου. Στη ζωή τη δική μας.

Το παρακάτω απόσπασμα είναι παρμένο από τον «Ντέμιαν», ένα έργο που δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1919. Αξίζει να διαβάσεις αυτό το βιβλίο, γιατί αν μη τι άλλο περιλαμβάνει -ίσως- την πιο ειλικρινή αφήγηση γύρω απ’ την ενηλικίωση, μια φάση έντονης υπαρξιακής αγωνίας και σχεδόν αναγκαστικής ωρίμανσης, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, συνίσταται στο «χαμένο παράδεισο της παιδικής ηλικίας και τη μετάβαση στον κόσμο της ευθύνης και της γνώσης.»

Κείμενα «ουσιαστικής» ενηλικίωσης με την κυριολεκτική και μεταφορική σημασία από έναν δεινότατο παρατηρητή της ανθρώπινης ψυχής.

«Ντέμιαν», κεφάλαιο: «Ο Κλέφτης»

«Όπως όλοι οι γονείς, έτσι και οι δικοί μου δεν έκαναν καμία προσπάθεια να μου εμφυσήσουν τα συναρπαστικά μυστήρια της ζωής, ούτε καν τα κατάφεραν. Το μόνο που έκαναν ήταν να κουράζονται υποστηρίζοντας τις απέλπιδες προσπάθειές μου να αρνηθώ την πραγματικότητα και να συνεχίσω να ζω μέσα σε έναν παιδικό κόσμο που γινόταν όλο και περισσότερο ψεύτικος και παραπλανητικός. Μπορεί να φταίει το γεγονός ότι οι γονείς δεν μπορούν να κάνουν πολλά γι’ αυτό, και δεν προσπαθώ να κατηγορήσω τους δικούς μου. Ήταν δική μου απόφαση να διερευνώ τον εαυτό μου και να βρίσκω το δικό μου δρόμο και όπως τα περισσότερα καλοαναθρεμμένα παιδιά δεν τα κατάφερα πολύ καλά.

Ο κάθε άνθρωπος περνά την περίοδο αμφισβήτησης. Για το μέσο άνθρωπο είναι η στιγμή στη ζωή του όταν οι απαιτήσεις της μοίρας του έρχονται σε σύγκρουση με το περιβάλλον του, όταν ο δρόμος που ανοίγεται μπροστά του κερδίζεται πολύ δύσκολα. Για πολλούς είναι η μοναδική στιγμή στη ζωή τους όταν δοκιμάζουν το θάνατο και την αναβίωση που είναι μοιραία στη διάρκεια της παρακμής και της βαθμιαίας εξαφάνισης της παιδικής ηλικίας, όταν μας εγκαταλείπουν όλα αυτά που αγαπήσαμε, και ξαφνικά νιώθουμε τη μοναξιά και τη θανατερή παγωνιά του κόσμου γύρω μας.
Και πάρα πολλοί άνθρωποι μένουν για πάντα κρεμασμένοι σε αυτόν το γκρεμό και προσκολλούν απελπισμένα όλη τους τη ζωή στο παρελθόν που ποτέ δεν έρχεται πίσω, στο όνειρο του χαμένου παραδείσου, το οποίο είναι το χειρότερο και το πιο ανηλεές από όλα τα όνειρα.»

Όποιος δε θέλει με τίποτα να μεγαλώσει, όποιος επιμένει να αρνείται την πραγματικότητα του ενήλικου κόσμου, ως έχει, πρέπει οπωσδήποτε να μυηθεί στην «ενηλικίωση» κατά Έρμαν Έσσε και να διαβάσει τον Ντέμιαν.

«Κάθε ανθρώπου η ζωή είναι ένας δρόμος μέσα στον εαυτό του, μια προσπάθεια να βρει κάποιο δρόμο, το ίχνος ενός μονοπατιού. Κανείς ποτέ δεν υπήρξε ολότελα ο εαυτός του, ωστόσo ο καθένας αγωνίζεται να το πετύχει, και ο κουτός και ο ευφυής, όσο καλύτερα μπορεί. Όλοι μας ως το τέλος της ζωής μας κουβαλάμε τα υπολείμματα από τη γέννησή μας, τις μεμβράνες και το κέλυφος από τ’ αυγό ενός αρχέγονου κόσμου. Πολλοί δεν καταφέρνουν ποτέ να γίνουν άνθρωποι. Παραμένουν βάτραχοι, σαύρες, μυρμήγκια. Πολλοί είναι άνθρωπoι από τη μέση κι απάνω και ψάρια από τη μέση και κάτω. Ο καθένας, ωστόσο, αντιπροσωπεύει μια προσπάθεια της φύσης να δημιουργήσει μια ανθρώπινη ύπαρξη. Οι ρίζες μας είναι κοινές. ‘Ολοι προερχόμαστε από την ίδια μήτρα. Το κάθε άτομο ξεπετιέται από την ίδια άβυσσο, αγωνίζεται να πετύχει τον σκοπό του. Καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλο, μα κάθε άνθρωπος μπορεί να εξηγήσει μόνο τον εαυτό του.»

Δες κι αυτό: Γιατί αγαπάμε τόσο πολύ και ταυτόχρονα «μισούμε» τον Charles Bukowski;

ΕΙΣΑΙ ΜΕΣΑ ΓΙΑ ΤΑ ΝΕΑ ΚΟΝΤΟΠΑΚ VIBER ΣΤΙΚΕΡΣ; ΝΤΑΟΥΝΛΟΟΥΝΤ ΛΕΜΕ ΕΔΩ --> https://vb.me/fac486