Ο φαντασμαγορικός κόσμος της Yayoi Kusama

Από Κοραλία Ξεπαπαδέα 2 Μαρτίου 2019

Η "πουά πριγκίπισσα" από την Ιαπωνία που βρήκε το δικό της νόημα στη θεραπευτική δύναμη της τέχνης!

 «Η τέχνη μου προέρχεται από ψευδαισθήσεις που μπορώ να δω. Μεταφράζω τις ψευδαισθήσεις και τις εμμονικές εικόνες που με πληγώνουν σε γλυπτά και πίνακες ζωγραφικής. Όλα τα έργα μου σε παστέλ είναι προϊόντα της εμμονικής μου νεύρωσης και συνεπώς συνδέονται άρρηκτα με την ασθένειά μου. Δημιουργώ έργα ακόμη και όταν δεν έχω παραισθήσεις.»

Η πρώτη φορά που άκουσα το όνομα Yayoi Kusama ήταν στο Pompidou στο Παρίσι, όταν περάσαμε μπροστά απ΄το My Flower Bed, μια εντυπωσιακή και αρκετά «εκκεντρική» εγκατάσταση της εικαστικού.

Βλέπεις, δεν είχα καταλάβει τότε ότι το έργο που χαζεύαμε άνηκε σε μια καλλιτέχνιδα «φαινόμενο», από τις διασημότερες δημιουργούς της εποχής μας, όμως αργότερα ψάχνοντας για εκείνη, θορυβήθηκα κυρίως από δυο πράγματα: Αρχικά, μου έκανε τεράστια εντύπωση ο εξαιρετικά ζοφερός τρόπος με τον οποίο η ίδια περιγράφει την παιδική της ηλικία και, έπειτα το πως ένα άνθρωπος με τόσο βαθιά τραυματισμένη ψυχή, κατάφερε να μετουσιώσει τη νεύρωση και τον πόνο σε μορφή τέχνης που ενέπνευσε τα μοντέρνα καλλιτεχνικά κινήματα του 20ου αιώνα.

Λένε πως οι άνθρωποι με μεγάλη ευφυΐα είναι συνήθως εκκεντρικοί και συνεπώς (ίσως κακώς) υπέθεσα πως η 89χρονη Yayoi Kusama δεν αποτελεί εξαίρεση, αν σκεφτούμε την αγάπη της για τις τελίτσες, τις κολοκύθες και τους ατελείωτους καθρέφτες.

Η Yayoi Kusama, όμως, δεν είναι μια ακόμα «εκκεντρική» προσωπικότητα της τέχνης, αλλά μια οραματίστρια που, με τη φαντασμαγορική της έμπνευση, συνέβαλε στη διαμόρφωση των αναδυόμενων avant-garde κινημάτων της pop art και του μινιμαλισμού των δεκαετιών ’50 και ’60, ενώ η ίδια συνεχίζει να παράγει πρωτότυπη τέχνη μέχρι σήμερα. Η τέχνη της χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία μέσων: Έργα τέχνης, περιβαλλοντικές εγκαταστάσεις, γλυπτική, ζωγραφική, σχέδιο μόδας, ενώ παράλληλα γράφει μυθιστορήματα και ποίηση.

Οι πουά τελίτσες (polka dot) είναι το γνωστότερο σύμβολο υπογραφής της και η ίδια γνωρίζει ακριβώς τι σηματοδοτεί αυτό το επαναλαμβανόμενο μοτίβο:

«…a polka-dot has the form of the sun, which is a symbol of the energy of the whole world and our living life, and also the form of the moon, which is calm. Round, soft, colorful, senseless and unknowing. Polka-dots become movement… Polka dots are a way to infinity.»

H Yayoi Kusama γεννήθηκε στο Matsumoto της Ιαπωνίας το 1929 και ξεκίνησε να ζωγραφίζει από μικρή ηλικία, ενώ έγραφε ποίηση ήδη από τα 18 της. Σύμφωνα με αφηγήσεις της ίδιας, μεγάλωσε σε μια εύπορη, αλλά εξαιρετικά συντηρητική οικογένεια, ενώ η ίδια εκφράζεται για τους γονείς της ως εξής: «Οι γονείς μου ήταν πραγματικός πόνος»{…}«δεν μπορούσα να το αντέξω».

Face of Youth, 2015

Η μητέρα της ήταν επιθετική από κάθε άποψη, τη χτυπούσε, της έσκιζε τα έργα, την έβαζε να κατασκοπεύει τον πατέρα της σε συναντήσεις του με διάφορες ερωμένες. Εκείνος, απ’ την άλλη, ήταν μονίμως απών, μια αδύναμη πατρική φιγούρα, που ζούσε κάτω απ’ την οικονομική «ομπρέλα» της συζύγου του και τον οποίο η ίδια η Yayoi έχει περιγράψει ως εξής: «the type who would play around, who would womanize a lot». 

Όταν ήταν μόλις 10 χρονών, η Yayoi Kusama βίωσε τις πρώτες παραισθήσεις, τις οποίες περιέγραφε ως «λάμψεις φωτός, αύρες ή πυκνά πεδία από κουκκίδες». Οι ψευδαισθήσεις σε αυτό το πρώιμο στάδιο της εφηβείας της ήταν άμεση συνέπεια της ψύχωσης, ενώ ακολούθησαν τάσεις αυτοκτονίας. Η ίδια θυμάται, ότι δίπλα στο σπίτι της κυλούσε ένα ποτάμι και ότι τα λουλούδια της μιλούσαν:

“One day, I suddenly looked up to find that each and every violet had its own individual, human-like facial expression, and to my astonishment they were all talking to me”.

Πριν πετάξει για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Yayoi Kusama σπούδασε Nihonga στην Ιαπωνία και κατάφερε να παρουσιάσει τα έργα της σε δύο ατομικές εκθέσεις. Στη δεύτερη έκθεσή της, λοιπόν, τράβηξε το ενδιαφέρον του Nishimaru Shihô, ενός καθηγητή ψυχολογίας του Shinshû University, ο οποίος ειδικευόταν στη νευροανατομική μελέτη διαπρεπών ανθρώπων και καλλιτεχνών. Ο Nishimaru, όπως λέγεται, γνωμάτευσε στη Kusama σημάδια σχιζοφρένειας και της είπε επί τόπου πως πάσχει από Ηallucinatory Cenesthopathy, αρκετά σπάνιος ιατρικός όρος που απευθύνεται σε ανθρώπους που αισθάνονται άρρωστοι, όμως το συναίσθημα αυτό δεν μπορεί να εντοπιστεί σε κάποια περιοχή του σώματος. Με λίγα λόγια, ένας τύπος ψυχικής διαταραχής, ιατρικώς ανεξήγητος, σε συνδυασμό με διπολικές τάσεις εναλλασόμενης μανίας με μελαγχολία.

My Eternal Life, 2016

Ο ίδιος ψυχολόγος μάλιστα παρουσίασε την εργασία του για το ιδιοσυγκρασιακό πορτραίτο της Yayoi Kusama το Δεκέμβρη του 1952 σε ένα ψυχιατρικό συνέδριο, με τίτλο εργασίας: Genius Woman artist with Schizophrenic Tendency.

Σε ηλικία, λοιπόν, 27 ετών η καλλιτέχνιδα αποχαιρετάει τη γενέτειρά της και κατευθύνεται ολοταχώς για τη Νέα Υόρκη, όπου και θα καταφέρει να συνδέσει το όνομά της με διακεκριμένα πρόσωπα του καλλιτεχνικού κόσμου, όπως του Andy Warhol, ουσιαστικού εμπνευστή της pop art, αλλά και του διακεκριμένου Αμερικάνου γλύπτη, Claes Oldenburg. Οι εκκεντρικές της δημιουργίες με τα γυμνά σώματα ως εκθέματα είναι αρχικά αμφιλεγόμενα, ενώ οι κριτικοί την κατηγορούν για έντονη αυτοαναφορικότητα.

Αυτό που καταξιώνει τη Kusama από την πρώτη κιόλας στιγμή είναι το εντελώς μοναδικό υφολογικό της στυλ και μοτίβο που στηρίχθηκε σε τελείες και κουκκίδες, αλλά και σχηματισμούς που μοιάζουν με λουλούδια, σαν εκείνα τα λουλούδια δίπλα στο ποτάμι που η ίδια ανέφερε ότι της μιλούσαν όταν, μικρή ακόμα, άρχισε να βιώνει τις πρώτες ψευδαισθήσεις και αυτοκτονικές τάσεις.

Στη Νέα Υόρκη, λοιπόν, απ’ το 1965 και μετά, η καλλιτέχνιδα διοργανώνει αξέχαστα happenings («Body Festivals«) σε πολύ κεντρικά σημεία της αμερικάνικης μητρόπολης, όπως στο Central Park, στη γέφυρα του Brooklyn και αλλού.

Οι «Άπειροι Ιστοί» («Infinity Nets»), όπως τα ονόμασε, ήταν οι πρώτοι της καλλιτεχνικοί «απόγονοι», οι οποίοι αποτελούνταν από χιλιάδες μικροσκοπικές τελίτσες που απλώνονταν εμμονικά πέρα απ’ τις στενές όψεις του καμβά, λες και έκαναν αισθητικό ταξίδι στο άπειρο. Τέτοια έργα είναι αποκαλυπτικά της εσωτερικής της πραγματικότητας και αποτελούν σπουδαία εικαστική εξερεύνηση των ορίων της ίδιας της ζωγραφικής, ανάμεσα στην εσωτερικότητα (ψυχή) και την εξωτερικότητα (κόσμος), ανάμεσα στο σημαίνον και το σημαινόμενο, το τραύμα και την αναπαράσταση.

Μέσα απ’ την «ψυχεδελική» οπτική με την ατέρμονη επανάληψη μικρών σημάτων, τόσο ο καλλιτέχνης όσο και ο ίδιος ο θεατής, υπνωτίζεται, αποκτά μια φαντασμαγορική αίσθηση απόκοσμου και σαγήνης που σε στρέφει στα εις εαυτόν σου, θέλεις δε θέλεις.

Όσο βρίσκεται στην Αμερική, τα έργα της θα ενταχθούν στον μινιμαλισμό, αλλά πολύ σύντομα η δουλειά της θα πάρει τη μορφή performance και pop art, με την ίδια να μετατρέπεται σε κεντρική φιγούρα τη νεοϋορκέζικης avant-garde και το έργο της να ταυτίζεται με αυτό κορυφαίων καλλιτεχνών, όπως του Mark Rothko και του Jackson Pollock.

Η πορεία της Yayoi Kusama δεν είναι στενά καλλιτεχνική: Θα πάει την τέχνη της παραπέρα, χρησιμοποιώντας καθρέφτες και ηλεκτρικούς λαμπτήρες, θα ταχθεί κατά του πολέμου στο Βιετνάμ, θα επιστρατεύσει την τέχνη της ως πρώτη ύλη για διαμαρτυρία, θα γίνει γυναίκα-«σύμβολο» της τέχνης παγκοσμίως, θα προσφερθεί ακόμα και να κάνει σεξ με τον Πρόεδρο Nixon, προκειμένου να επιτευχθεί ειρήνη.

Το 1973 η καλλιτέχνιδα επιστρέφει στην Ιαπωνία και από το 1977 εισάγεται με τη δική της θέληση και, έπειτα από προσωπική της απόφαση, σε ψυχιατρική κλινική πολύ κοντά στο ατελιέ της. Οι παραισθήσεις της θα εξακολουθήσουν να αποτελούν πρωτογενές υλικό για τα εμπνευσμένα έργα της και η ίδια θα συνεχίσει να ζωγραφίζει μέσα στο άσυλο. Οι παραισθήσεις της έχουν όνομα. Η ίδια της ονόμασε «self-obliteration», δηλαδή στιγμές αυτό-εκμηδένισης και ψυχωτικού παραληρήματος, όπου αισθάνεται το σύμπαν έτοιμο να την καταβροχθίσει και μας αποκαλύπτει πως όταν δεν εργάζεται, οι σκέψεις της μπορεί να γίνουν πολύ σκοτεινές.

Είναι αδύνατον να δει κανείς τα έργα της ξεχωριστά και ανεξάρτητα απ’ την ψυχική της κατάσταση, γι’ αυτό άλλωστε ονοματίζει την τέχνη της, «ψυχαναγκαστική τέχνη» (obsessional art) και επεξηγεί σε συνέντευξή της στο Art Review το 2007:

«Stereotypical action, repetition, hallucination, accumulation, obsession, the curtain of depersonalisation, emptiness, infinity, psychosomatic art, proliferation, ‘vacuum’, cell, segmentation, eternity, driving image. These are some of the themes I have used for my artworks: paintings, sculptures as well as films».

Από το 1977, λοιπόν, μέχρι και σήμερα, η δημιουργός που λέγεται Yayoi Kusama διαμένει σε ψυχιατρική κλινική. Πολλά λέγονται και γράφονται για το όνομα και την ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία της. Την αποκαλούν «ψυχικά πάσχουσα» καλλιτέχνιδα, όμως από τι πάσχει τελικά;

Η ίδια απαντά ως εξής: «I was hospitalized because of my obsessive-compulsive neurosis. In the articles written about me it is assumed that I voluntarily chose to live in the hospital; this is wrong. I am not suffering from manic-depressive psychosis, either».

Το μέρος, όπου φιλοξενείται, δεν είναι «ψυχιατρείο» με την έννοια του «τρελάδικου» που αυθόρμητα θα σκεφτεί κανείς. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα κέντρο θεραπείας μέσα από την τέχνη, το Jungian Αrt Τherapy Ιnstitution που βρίσκεται στο Τόκιο, ενώ το καθημερινό πρόγραμμα, όπως το περιέγραψε η ίδια έχει ως εξής: «At the hospital there are art therapy programs such as calligraphy, karaoke singing, movie appreciation, and painting classes. Being the only professional artist in the hospital, I take no part in those activities». 

Η Kusama έγινε η πρώτη γυναίκα παγκοσμίως που εκπροσώπησε την Ιαπωνία στην Μπιενάλε της Βενετίας το 1993 και έκανε ρεκόρ πώλησης έργου, ύψους 5.100.000 δολαρίων, το 2008, πράγμα που την καθιστά την πιο ακριβοπληρωμένη γυναίκα καλλιτέχνιδα εν ζωή, ενώ μέχρι σήμερα τα έργα της συνεχίζουν να κοσμούν μουσεία και galleries σε όλο τον κόσμο.

The obliteration room, 2002

Η τέχνη της είναι βαθιά επιδραστική και φτάνει μέχρι τον κόσμο της ροκ και κάπως έτσι το συγκρότημα Superchunk αποφάσισε να γράψει για εκείνη το «Art Class – Song for Yayoi Kusama». Το 2012, η ίδια συνεργάστηκε με τον οίκο Louis Vuitton, ο οποίος δημιούργησε μια σειρά ρούχων και αξεσουάρ, βασισμένη στο περίφημο πουά μοτίβο της. Με τον τρόπο αυτό, η ίδια θέλησε να περάσει το δικό της μήνυμα: «Love Forever».

Τα λόγια της ήταν τότε τα εξής: «Η αγάπη μου για την ανθρωπότητα και για τον κόσμο ήταν πάντα η κινητήρια δύναμη και η ενέργεια πίσω από όλα αυτά που κάνω. Όλη μου τη ζωή εκφράζω την αγάπη μέσα από την τέχνη».

To 2017, το περιοδικό ΤΙΜΕ συμπεριέλαβε τη Yayoi Kusama στη λίστα των 100 ανθρώπων με την μεγαλύτερη επιρροή στον πλανήτη, στην οποία μάλιστα είναι και η μεγαλύτερη σε ηλικία.

Στην αυτοβιογραφία της γράφει: «I fight pain, anxiety, and fear every day, and the only method I have found that relieves my illness is to keep creating art”{…} “I wanted to start a revolution, using art to build the sort of society I myself envisioned».

Η ίδια σχολιάζει τη γραφή της και λέει τα εξής: «I want to continue to write about the dark side of society since the bright side of society is written by famous conservative writers. I write about the shadow side of outsiders».

Η ενασχόλησή της με την τέχνη είναι και πρέπει να εκλαμβάνεται ως «art medecine», διότι όντως η Yayoi Kusama «σώθηκε» απ’ την τέχνη της και δεν το κρύβει άλλωστε. Έχει επανειλημμένα υπογραμμίσει το ζωτικό ρόλο που έπαιξε και εξακολουθεί να παίζει η τέχνη στη ζωή της, αντιμετωπίζει την τέχνη ως «παυσίπονο», ως «σύμμαχο» και «σιγαστήρα» της εσωτερικής της οδύνης.

“If it were not for art, I would have killed myself a long time ago».

Chandelier of Grief, 2016

Μέσα από την τέχνη της, η Yayoi Kusama βρήκε ένα σχετικό νόημα. Μέσα απ’ τη λυτρωτική δύναμη της ζωγραφικής, η καλλιτέχνιδα κατάφερε να βιώσει αναλαμπές ψυχικής απελευθέρωσης, κατάφερε να βρει κάποιες δικές της απαντήσεις, πράγμα που αντανακλάται στα ίδια της τα έργα: Τι είναι ψύχωση, τι είναι «τρέλα», τι είναι πόνος και πως αυτό μπορεί κανείς να το μετατρέψει σε κάτι υλικό, σε κάτι απτό, που μένει στο χρόνο και αποτελεί απόδειξη ζωής;

Αυτό ίσως (πρέπει να) είναι ο σκοπός κάθε ανθρώπου. Να βρει το δικό του προσωπικό σκοπό, αυτό το «κάτι» που δίνει νόημα στη ζωή και να το αφήσει να τον «γιατρέψει». Στην περίπτωση της Yayoi Kusama, αυτό το «κάτι» είναι μικρές και μεγάλες πουά κουκκίδες.

All the Eternal Love I Have for the Pumpkins, 2016

Δες ακόμα: 4 πράγματα που μάλλον δε γνώριζες για τη μελαγχολική ζωή του Vincent Van Gogh