Φεύγοντας, τι μένει;

Από Ελένη-Ρεβέκκα Στάιου 4 Μαρτίου 2019

Disclaimer πριν συνεχίσετε στην ανάγνωση του άρθρου αυτού: Δεν έχω καμία τάση αυτοκτονίας. Άλλωστε, στο τέλος μπορεί να μείνει μόνο ένας και αυτή θα είμαι εγώ!

Την προηγούμενη βδομάδα λοιπόν, εδώ στη γειτονιά είχαμε κηδεία, μια από τις πολλές τελευταία δυστυχώς. Η κυρία που πέθανε ήταν μια ιδιαίτερη περίπτωση που όλη της η οικογένεια είχε (και έχει, για όσους έχουν απομείνει) αδυναμίες πνευματικές. Ιδιαίτερες περιπτώσεις που όλη η γειτονιά γνώριζε και αγκάλιαζε, είχαμε τον νου μας, κοιτούσαμε μήπως χρειάζονταν κάτι. Έφυγε λοιπόν η κυρία Βαγγελιώ και ξαφνικά ήταν σαν να μην ήταν ποτέ εδώ. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω, λόγω της ιδιαίτερης περίπτωσης, ο θάνατός της ήταν σαν να μην επηρέασε ούτε την ίδια της την οικογένεια.

Δεν ξέρω για εσάς, αλλά για μένα αυτή η σκέψη, ότι φεύγοντας σε κανέναν δε θα λείψεις, είναι σοκαριστική. Προφανώς, καμία σημασία δεν έχει, γιατί πάει, σε έχει αναλάβει ο Μπούκουρας (τον αγαπώ!) και βλέπεις τα ραδίκια ανάποδα, αλλά όταν είσαι ζωντανός και σκέφτεσαι την αποφράδα εκείνη μέρα, πιστεύεις ότι σε κάποιους τουλάχιστον θα λείψεις.

Φυσικά λίγοι είναι εκείνοι που έχουν την ικανότητα να αφήσουν κάτι παραπάνω από μια ανάμνηση πίσω τους, όπως ο Γιάννης Μπεχράκης που έφυγε κι αυτός το ΣΚ. Δεν το συζητάμε. Αλλά δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ικανοί για κάτι τέτοιο, δε θα ήταν λογικό, δε θα υπήρχε ισορροπία.

Κάποιοι άνθρωποι όμως φεύγουν και είναι σαν να μην ήταν εδώ καθόλου. Αυτή είναι μια πολύ στενόχωρη πραγματικότητα, είναι σοκαριστικό σχεδόν το πόσο αναλώσιμη είναι η ανθρώπινη ζωή. Περνάνε και δεν τους ακουμπάει, δεν ακουμπάνε τίποτα. Δε δένονται, δεν αγαπιούνται, δεν αγαπούν και δεν αφήνουν τίποτα πίσω τους. Κανείς δεν τους θυμάται με χαμόγελο κάποια χρόνια μετά, κανείς δεν έχει να μοιραστεί κάποια ευχάριστη στιγμή μαζί τους. Αν αυτό δεν είναι κατάρα, τι είναι;

Εκείνη τη στιγμή λίγα θα μας νοιάζουν, είναι γεγονός. Αλλά αν καθίσουμε να σκεφτούμε τη δική μας περίπτωση και ανάλογη ώρα, είναι σίγουρο ότι θα αναστατωθούμε αν κάποιος μας έλεγε ότι στην κηδεία μας κανείς δε θα έκλαιγε, λίγος κόσμος θα ερχόταν και κανείς δε θα είχε μια καλή κουβέντα να πει, μια ανάμνηση να μοιραστεί. Εκείνη την ώρα δεν μπορούμε να κάνουμε το οτιδήποτε. Αυτό που όμως μπορούμε να κάνουμε είναι να προνοήσουμε να μη φτάσουμε σε μια τέτοια κατάσταση.

Αγαπάμε τους ανθρώπους παιδιά. Τους αγαπάμε όπως θα θέλαμε να μας αγαπήσουν και τους συμπεριφερόμαστε όπως θα θέλαμε να μας συμπεριφέρονται. Μπορεί να μην αφήσουμε καμιά σπουδαία επιστημονική ή καλλιτεχνική κληρονομιά, αλλά τουλάχιστον θα μας θυμούνται με χαμόγελο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ